Χαμένοι Παράδεισοι
Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός
Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. ΑΥΤΟ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ ΕΝΑΣ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΟΥΣ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΤΑΛΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ,
ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΣΥΣΤΗΣΟΥΝ
ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΟΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ
ΑΚΤΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΜΑΥΡΟΥΣ
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΚΟ
ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, ΤΗ
ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.
ΟΜΩΣ, ΑΛΛΑΙ ΑΙ ΒΟΥΛΑΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ...
Ενώ η Γαλλική Επανάσταση κυοφορείται,
ο αφηγητής της ιστορίας Γιαν
Κεργκενέκ, ένας δεκαπεντάχρονος
αγρότης από τη Βρετάνη, εγκαταλείπει
οδηγημένος από την πείνα την
πατρογονική εστία και μπαρκάρει σε
ένα εμπορικό ιστιοφόρο που σαλπάρει
από τη Νάντη, το μεγάλο λιμάνι στις
εκβολές του Λίγηρα. Αρχικός
προορισμός ο Κόλπος της Γουινέας,
όπου η ναυτιλιακή εταιρεία έχει
εγκαταστήσει έναν πράκτορά της,
στρατιωτικό γιατρό, τον
επονομαζόμενο «Χειρουργό». Ο
σκοτεινός αυτός χαρακτήρας
ανταλλάσσει τα αγαθά που φθάνουν από
τη Μητρόπολη με φρέσκια μαύρη σάρκα-
Αφρικανούς σκλάβους που του
προμηθεύουν τοπικοί αρχηγίσκοι. Το
ζωντανό εμπόρευμα θα κατευθυνθεί
προς την «γη της ελευθερίας», την
αμερικανική ήπειρο, όπου θα
τροφοδοτήσει τις φυτείες
ζαχαροκάλαμου και τα μπαμπακοχώραφα
εγκαθιδρύοντας ένα πρώιμο είδος
παγκοσμιοποίησης, καθώς τα πλοία του
επονομασθέντος «τριγωνικού εμπορίου»
θα ολοκληρώσουν το ταξίδι τους
επιστρέφοντας στο Λίβερπουλ, το
Χερβούργο ή το Μπορντό με τα αμπάρια
τους γεμάτα προϊόντα του Νέου Κόσμου.
Το τρίγωνο ή ίσως ο κύκλος θα έχει
έτσι κλείσει.
Μόνο που με το συγκεκριμένο πλοίο,
το «Σαντ΄ Άννα», τα πράγματα θα
εξελιχθούν διαφορετικά. Ο νεαρός
Φλοριάνο ντι Σανταφλόρα, τρίτος
πλοίαρχος, άνθρωπος του Διαφωτισμού
και βαρυνόμενος με ένα αιμομικτικό
έγκλημα, θα εξεγερθεί κατά των
συνθηκών κράτησης των εκατοντάδων
Αφρικανών στο αμπάρι του
δουλεμπορικού. Έχοντας μάλιστα
ερωτευθεί μια γοητευτική σκλάβα της
φυλής Ασάντι που κυριαρχεί εδώ και
αιώνες στην Γκάνα (ή Χρυσή Ακτή) θα
γίνει παράτολμος και θα αψηφήσει
τους κανόνες διακυβέρνησης του
πλοίου. Θα τεθεί υπό κράτηση από τον
καπετάνιο και ανιψιό του πλοιοκτήτη,
του οποίου η σύζυγος ερωτοτροπεί με
τον «Χειρουργό».
Το σατανικό ζευγάρι θα δολοφονήσει
τον καπετάνιο και θα επιρρίψει την
ενοχή στον Φλοριάνο.
Όταν ο τελευταίος καταδικάζεται σε
απαγχονισμό, το πλήρωμα εξεγείρεται,
επιβιβάζει σε μια λάντζα τους
πραγματικούς ενόχους και τη νέα
ηγεσία του δουλεμπορικού,
απελευθερώνει τους μαύρους σκλάβους
και ανακρούει πρύμναν.
Πίσω στην αφρικανική ακτή, οι λευκοί
εξεγερμένοι και οι μαύροι πρώην
κρατούμενοι θα επιχειρήσουν να
στήσουν εξ αρχής μια κοινωνία
ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης,
την ίδια στιγμή που φθάνουν μέσω
ενός ναυαγού οι πρώτοι απόηχοι από
την κατάληψη της Βαστίλλης και όσα
ακολούθησαν. Ο Φλοριάνο θα
ανακηρυχθεί «Προστάτης», ήγουν
ηγέτης μιας κοινωνίας που θα
επιχειρήσει να εφαρμόσει επί του
εδάφους τα κελεύσματα του Αιώνα των
Φώτων. Όμως σύντομα οι τριβές θα
αρχίσουν: εχθρότητα των γειτονικών
φυλών, ασυνεννοησία μεταξύ λευκών
και μαύρων, εμμονή των Αφρικανών με
τους προγόνους και την παράδοση (αυτά
ακριβώς που προσπαθούν να
αποτινάξουν οι Ευρωπαίοι), ερωτικές
προστριβές και άλλα πολλά και
ανθρώπινα θα εξαναγκάσουν τους
Ασάντι σε αποχώρηση προκειμένου να
επανενταχθούν στις αγκάλες της φυλής
τους. Αλλά αυτό δεν είναι το
χειρότερο. Ο «Χειρουργός» θα
επανεμφανιστεί μαζί με τους
δουλεμπόρους συμμάχους του και η
αποφασιστική σύγκρουση θα θέσει σε
αμφισβήτηση τις εναπομείνασες
κατακτήσεις της ουτοπικής αυτής
κοινωνίας.
Η ασφυξία και ο διδακτισμός
Το μυθιστόρημα του Κόντε (γεν. 1945)
πραγματεύεται σχεδόν εμμονικά την
έννοια της ελευθερίας από μια
μετα-αποικιακή σκοπιά.
Έτσι, συχνά θυμίζει μονοσήμαντο
δοκίμιο. Όταν επιχειρεί να θίξει τα
ετερώνυμα σύνολα πεποιθήσεων που
διέπουν Αφρικανούς και Ευρωπαίους ο
συγγραφέας τρομάζει με το μέγεθος
του εγχειρήματος.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα
βιβλίο που ταυτίζεται προγραμματικά
με τα κελεύσματα της Γαλλικής
Επανάστασης (1789) ενώ τοποθετεί την
εξιστόρηση των γεγονότων στα 1848 (χρονιά
των μεγάλων ευρωπαϊκών εξεγέρσεων)
και επομένως επιβαρύνεται εξ αρχής
με δύσκολα διαχειρίσιμους από την
πεζογραφία συμβολισμούς. Έτσι, παρά
τις δεδηλωμένες προθέσεις του
συγγραφέα, προκύπτει κάτι αλλιώτικο
από τον κόσμο του Κόνραντ με τις
ετερογενείς και ετερόχθονες
πραγματικότητές του ή με εκείνον του
Αλέχο Καρπεντιέρ που διαχειρίστηκε
εξαίσια το αποικιακό υλικό στον
Αιώνα των Φώτων του (Εξάντας).
Αν και το βιβλίο έχει εκπληκτικές
αναλογίες με την περίφημη
Ιερή Πείνα του Μπάρι
Άνσγουορθ (Νεφέλη) που ασχολείται
επίσης με το τριγωνικό εμπόριο,
ασφυκτιά κάτω από το βάρος του
διδακτισμού αλλά και των μετέπειτα
συμφραζομένων που απέκτησε ο όρος «ελευθερία».
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, ΠΑΡΑ ΤΙΣ «ΑΒΛΕΨΙΕΣ»
Το δύσκολα πραγματεύσιμο ζήτημα του
στησίματος μιας νέας, πολυφυλετικής
κοινωνίας σε αλλότρια εδάφη δεν
στέκεται στο ύψος των προσδοκιών που
φυσιολογικά γεννώνται στον αναγνώστη.
Δοκίμιο και περιπέτεια δύσκολα
παντρεύονται, κι όταν αυτό συμβεί,
το αποτέλεσμα είναι «μεγάλη
λογοτεχνία». Απομένει λοιπόν ένα
μυθιστόρημα περιπέτειας που
διαβάζεται με ενδιαφέρον και παρά
κάποιες μεταφραστικές του αβλεψίες
σε τοπωνύμια και εξειδικευμένη
ορολογία θα το κλείσει κανείς «έχοντας
μάθει κάμποσα πράγματα», που θα ΄λεγαν
και οι παλιότεροι... «Αλλά μην
έχοντας μάθει κάποια άλλα», θα
αντέτειναν όσοι πιστεύουν στον
λυτρωτικό/ διδακτικό ρόλο της
λογοτεχνίας των μεγάλων, φιλόδοξων
θεματικών αξόνων.